Κυριακή, 24 Ιουνίου 2007

Εκείνη κι εγώ

(μέρος Α')

Με συνάντησε στο μικρό ‘καφέ’ δύσκολο να αποφασίσουμε τι θέλαμε να πιούμε. Ήταν βράδυ περασμένες 9. Ώρα που αφυπνίζονται οι αισθήσεις, ώρα που προετοιμάζεσαι για μια μακριά ίσως νύχτα με αδιέξοδο αποτέλεσμα.
Καθίσαμε δίπλα – δίπλα.
Πνευματώδης καλλιεργημένη όμορφη άγρια, ήξερε καλά τι ζητούσε. Επικοινωνήσαμε γρήγορα σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Μου είπε πως είμαι όμορφη και μοιάζω με γαζέλα.
Ένοιωσα ένα ρεύμα να περνάει το κορμί μου. Ακουμπούσε ελαφρά το κορμί της στη δεξιά πλευρά εκεί που τελειώνει ο ώμος μου. Δεν ξέρω είχα την αίσθηση πως το έκανε επίτηδες, ήθελε να βρεθεί όσο πιο κοντά μπορούσε ώστε να νοιώσει σχεδόν την ανάσα μου. Κι εγώ να κάνω παιχνίδια με τα χείλη και τις λέξεις ανάμεσα τους.
Με ρώτησε τι είναι για μένα πιο σημαντικό η διαδρομή προς τον οργασμό, ή ο ίδιος ο οργασμός ;
Δεν ήξερα τι να πω. Ήμουν χαμένη, ίσως γιατί φανταζόμουν αυτό που ήθελα και πλησίαζε. Κι απ' την άλλη δεν ήθελα να καταλάβει πόσο άσχετη ήμουνα. Μα εκείνη το κατάλαβε. Και θα βοηθούσε.

Την επόμενη μέρα βρεθήκαμε να βλέπουμε μια ταινία σε αίθουσα κινηματογράφου. Έχω την αίσθηση πως ήταν η δικαιολογία για το προσδοκώμενο. Δεν ξέρω αν μας ενδιέφερε να δούμε την ταινία καμία απ’ τις δυο, έως την ώρα που ένοιωσα το χέρι της να το φέρνει ανάμεσα στα πόδια μου ψηλά και να διαγράφει το σχήμα τους με τα νύχια της σε αργή κίνηση έξω από τα ρούχα μου. Με μετρημένες κινήσεις έσυρε τα δάχτυλά της κατά μήκος στα μπούτια μου και την ίδια στιγμή με κοιτούσε κλεφτά και ένοχα.
Αισθάνθηκα την ανάσα της να βαραίνει.
Γύρισα και την κοίταξα κι εγώ με τον ίδιο τρόπο.
Είχε κλείσει τα μάτια,
στη διαδρομή που είχε κατεύθυνση το στενό μονοπάτι προς την ηδονή.
Το επιδέξιο χέρι της μ' έκανε να ολοκληρώσω πιο γρήγορα απ' όσο περίμενα κι ήμουν σίγουρη πως μας πήραν είδηση, αλλά τι μ' ένοιαζε; Τράβηξε το χέρι της και το έφερε στα χείλη της ρουφώντας το και κλείνοντας τα μάτια. Μου σιγοψυθίρισε πόσο πολύ της άρεσε.
Θέλαμε να φύγουμε, αφήσαμε το έργο στη μέση ούτως ή άλλως δεν είχαμε δει τίποτα.
Μπήκαμε στο αυτοκίνητο της και πήραμε το δρόμο προς τη θάλασσα. Σε κάθε φανάρι έσκυβε και με φιλούσε ενώ σε όλη τη διαδρομή κρατούσε το χέρι μου. Μου άρεσε η αίσθηση πως τα διπλανά αυτοκίνητα μας κοίταζαν δήθεν αδιάφορα.
Βρεθήκαμε στη θάλασσα. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Τα χείλη της μου έκλεισαν το στόμα και άκουσα το βογκητό της ανάμεσα στις παθιασμένες περιστροφές της γλώσσας της στη συνάντηση με τη δικιά μου. Φιλούσε υπέροχα. Γεμάτα. Την κοίταξα είχε χαθεί η ηρεμία που είχε αρχικά, ήταν όμορφη σαν ‘αμαρτία’. Το πρώτο μου ολοκληρωμένο φιλί με άλλη γυναίκα. Έτρεμε ολόκληρη και ένοιωσα τους σπασμούς της. Τα χέρια της γρήγορα κι επιδέξια, κατέβηκαν και άνοιξαν το στενό τζιν μου, συνέχισε να με φιλάει, έως ότου κατέβηκε λυσσασμένα και με τα δόντια τράβηξε τα λεπτά κορδόνια απ το μικροσκοπικό μου εσώρουχο. Το δάγκωσε τραβώντας το μέχρι που το έβγαλε και το έβαλε στο στόμα της. Έμεινε εκεί και το μύριζε κλείνοντας τα μάτια. Στριμωγμένα κατάφερε και ήρθε ακριβώς μπροστά αντικριστά και άρχισε να με φιλάει.
Μέχρι τότε δεν γνώριζα πως μια γυναίκα μπορεί να χαρίσει σε μια άλλη τόση ηδονή που να μπερδεύεται σε τόσο όμορφους ήχους. Μέχρι που με πήρε ολόκληρη στο στόμα της. Κατά διαστήματα μου μιλούσε λέγοντάς μου πόσο πολύ της άρεσε αυτό που έκανε.
Ένοιωσα την ανάγκη να μείνω εκεί αν γινόταν το υπόλοιπο της ζωής μου. Μου άρεσε κι εμένα πολύ κι ας ήμουν λίγο αμήχανη. Το έκανε τόσο διαφορετικά από κάθε άντρα. Ολοκλήρωσα στο στόμα της. Ανέβηκε και μοιράστηκε αυτή τη γεύση μαζί μου. Μου είπε πως της αρέσω τρελά και θέλει να το ζήσει.
Φύγαμε ξέροντας καλά πως αυτή ήταν μόνον η αρχή.
Τώρα θέλαμε χώρο και χρόνο.
Χωρίσαμε και όλη τη νύχτα γράφαμε μηνύματα η μια στην άλλη .
Μηνύματα που έσταζαν καύλα και πάθος.
Ήμουν ήδη ερωτευμένη με μιαν άλλη γυναίκα και μπορούσα να την έχω.
Και αποφάσισα να το ζήσω.