Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2007

Νύχτα δίχως επίλογο

Κι όμως απόψε σε ήθελα, σε ήθελα πολύ και δεν ήσουν εδώ. Ακόμα κι αν δεν είσαι στις πρώτες επιλογές μου.
Άλλη μια νύχτα λοιπόν δίχως εσένα. Δίχως το γέλιο σου, δίχως το χαχανητό σου να στροβιλίζεται στον αέρα γύρω μου και να με συνεπαίρνει. Έφυγες εκείνη τη νύχτα μετά το ολονύχτιο «πάρτι» μας. Σε κάλεσα στο σπίτι του πολύ φίλου μου, σχεδόν εραστή μου. Ήθελα να του προσφέρω τη χαρά, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως κανένα αρσενικό δεν μένει ασυγκίνητο. Ίσως και να σε χρησιμοποίησα, την ώρα που σου έλεγα πως : «αν με θέλεις θα έρθεις τώρα εδώ, ακόμα κι αν δεν το θέλεις». Όμως ήμουν απόλυτα ειλικρινής μαζί σου, θυμάσαι;


Και ήρθες.
Μπήκες μέσα.
Με κοίταξες δειλά με μάτια υγρά αγνοώντας την άλλη ύπαρξη. Καμιά σημασία δεν είχε για σένα.
Προχώρησες προς το μπάνιο.
Ήθελα να δω αν είσαι καλά.
Άνοιξα την πόρτα και σε είδα να κρατάς με τα δυο χέρια το κεφάλι σου. Δεν ήθελες να πιστέψεις, το προφανές. Πως ποτέ δεν με κέρδισες, τουλάχιστον όπως θα ήθελες. Γιατί ήξερες καλά πως δεν ανήκω στον κόσμο σου. Έκανες προσπάθειες, όλο το διάστημα να με φέρεις κοντά. Σε σένα, στο περιβάλλον σου. Κι έμεινα μακριά. Έως σήμερα που σε ξανακάλεσα. Πέταξες τα ρούχα σου στο πάτωμα, προκλητικά, χορεύοντας πάνω τους. Κάθε φορά που το κανες με κρυφοκοίταζες. Σαν να ήθελες να μαντέψεις τον θαυμασμό μου ή την αντοχή που έκρυβε το βλέμμα μου. Έμεινα να σε παρακολουθώ. Σχεδόν αδιάφορα. Ο αφρός κύλησε στο σμιλεμένο κορμί σου και ένοιωσα από μακριά την ανατριχίλα σου.
Δεν μπορούσα να μείνω αδιάφορη, στην πραγμτικότητα.
Πλησίασα και τα χέρια μου για καλά μπήκαν σ’ αυτό το χορό των αισθήσεων. Ήθελα να σε αγγίξω, να εξετάσω κάθε πόντο πάνω στο θηλυκό κορμί σου. Να συγκρίνω τις διαφορές με το δικό μου, όπως το έκανα όλες τις άλλες φορές. Όταν με μάθαινες βήμα-βήμα ανατομία. Με τα δάχτυλά σου. Τις ατελείωτες χειμωνιάτικες νύχτες μας που το ξημέρωμα γινόταν βασανιστικό γράφοντας τον επίλογο. Όταν ψηλάφιζα την αναπνοή σου πάνω στο στήθος μου. Κι όταν σερνόμασταν από την κούραση άλλης μιας ολονυχτίας. Με τράβηξες προς το μέρος σου, βάζοντας την παλάμη σου ολόκληρη πίσω στα μαλλιά μου, σχεδόν βίαια. Έβαλες όλη τη γλώσσα σου μέσα στο στόμα μου κι αναζήτησες κάθε του λεπτομέρεια. Την στροβίλισες γρήγορα σαν να κατακτούσες όλη τη γη, με μια ολοκληρωμένη κίνηση. Με δάγκωσες, σχεδόν με μάτωνες αφού ένιωσα αυτή την ιδιαίτερη γεύση από ίχνη αίματος. Με τράβηξες κι άλλο, ξεχνώντας πως εκεί δεν ήμασταν μονάχα εγώ κι εσύ. Το άλλο σου χέρι γλίστρησε κατά μήκος στο κορμί μου. Δεν σε ένοιαζε άλλωστε. Για σένα δεν υπήρχε κανείς εκτός από μένα.
Ωραίο συναίσθημα. Σε τράβηξα πάνω μου, ξέροντας καλά πως οι αντιστάσεις μας εξουδετέρωναν την επιθυμία μας. Δεν είδαμε καν τον Γ. που στεκόταν κοντά ο μισός πίσω απ’ την πόρτα. Δεν υπήρχε για σένα για μένα κανένας εκεί κι ας ξέραμε κι οι δυο πως παρακολουθούσε κάθε μας κίνηση. Πιθανόν να μας άρεσε κιόλας. Το κρύο νερό μας συνέφερε από κείνη τη ζάλη. Προχωρήσαμε χέρι χέρι στο διάδρομο και αργά με οδήγησες σε κείνο τον αναπαυτικό καναπέ. Κι εκεί γονάτισες για να με κατακτήσεις άλλη μια φορά. Να με κερδίσεις.

Σαν νάταν η τελευταία!